«Οξυγόνο» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ζητεί ο επιχειρηματικός κόσμος

Τρί, 08/07/2018 - 17:21

 

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν το 99,9% των επιχειρήσεων της Ελλάδας, χρειάζονται άμεσα «οξυγόνο», προκειμένου να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να στηρίξουν την αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας, σημειώνουν σε δηλώσεις τους στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας Κωνσταντίνος Μίχαλος, ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά Βασίλης Κορκίδης, ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, ο πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας Γιώργος Καββαθάς, ο πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Κωνσταντίνος Κόλλιας.

Όπως σημειώνουν οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου, η ανάπτυξη θα πρέπει να συνοδεύεται από οικονομική Δημοκρατία, ώστε μεγάλο μέρισμά της να το πιστωθούν οι μικρομεσαίες, μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, προκειμένου σταδιακά να «ξανακερδίσουν το χαμένο έδαφος».

Σε κάθε περίπτωση μια πιο ξεκάθαρή εικόνα για τις προθέσεις που υπάρχουν, όπως τονίζουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, θα φανεί το επόμενο χρονικό διάστημα και κυρίως από το 2019 και μετά όπου θα διαφανούν και οι δυνατότητες μας στη μετά τα μνημόνια εποχή.

Κωνσταντίνος Μίχαλος

Μετά από οκτώ και πλέον χρόνια, η Ελλάδα βγαίνει επισήμως από το καθεστώς των μνημονίων, έχοντας επιπλέον πετύχει μια ρύθμιση του χρέους της, η οποία της δίνει περιθώριο δέκα περίπου ετών, για να κερδίσει τη μάχη της ανάπτυξης και να το καταστήσει μακροπρόθεσμα βιώσιμο, δήλωσε στο ΑΠΕ –ΜΠΕ ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας Κωνσταντίνος Μίχαλος. Ο στόχος αυτός, ωστόσο, παραμένει δύσκολος, όπως προσέθεσε, κι αυτό γιατί η ρύθμιση του χρέους συνοδεύεται από την υποχρέωση για υψηλά πλεονάσματα στα επόμενα χρόνια, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες για τολμηρές μειώσεις στη φορολογία και υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις.

«Η κατάσταση, επομένως, δεν δικαιολογεί ούτε καταστροφολογίες, αλλά ούτε και άσκοπους πανηγυρισμούς» σημειώνει ο κ. Μίχαλος που υπογραμμίζει ο στόχος της αναπτυξιακής κατεύθυνσης περνάει μέσα από την εφαρμογή γενναίων πολιτικών και μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση του επενδυτικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος. «Κι ακόμα, περνάει από δραστικότερες λύσεις για την πλήρη αποκατάσταση της χρηματοδότησης, μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση του διοικητικού και θεσμικού περιβάλλοντος, εφαρμογή σταθερής βιομηχανικής τουριστικής και ενεργειακής πολιτικής με ενίσχυση δυναμικών κλάδων με κίνητρα για επένδυση στην καινοτομία στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, με αξιοποίηση ευέλικτων χρηματοδοτικών εργαλείων, στενότερη διασύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τον κόσμο της αγοράς, αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ταχύτερη υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων σε τομείς κλειδιά για την ανάπτυξη, καθώς και γενναία αναθεώρηση της φορολογικής πολιτικής με χαμηλότερους και σταθερούς φορολογικούς συντελεστές και μείωση των ασφαλιστικών εισφορών».

Υπενθυμίζει ότι η μελέτη που δημοσίευσε πρόσφατα ο ΟΟΣΑ για τις συνθήκες χρηματοδότησης των ΜμΕ σε 43 χώρες, καταδεικνύει τις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, παρά τη σταθεροποίηση της οικονομίας και προσθέτει ότι η κατάσταση επιβαρύνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι, σε αντίθεση σε ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, στην Ελλάδα δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, όπως είναι τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών.

«Η αξιοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ σε προγράμματα ενίσχυσης της ρευστότητας, η προσαρμογή των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ε.Ε., η ανάπτυξη εναλλακτικών θεσμών χρηματοδότησης με συγκεκριμένα κίνητρα για τις μικρές και μεσαίες επενδύσεις, καθώς και η εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων χρηματοδότησης για νεοφυείς, καινοτόμες και εξαγωγικές επιχειρήσεις, είναι μέτρα που έχουν τεθεί σε προτεραιότητα αλλά η χρηματοδότηση δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που απαιτεί προσοχή», σημειώνει ο κ. Μίχαλος. Ο ίδιος θεωρεί θεμελιώδους σημασίας προϋπόθεση για την ενίσχυση της ανάπτυξης, τη μείωση της φορολογίας -η οποία θα υποστηριχθεί από τη συγκράτηση μη παραγωγικών δαπανών του δημοσίου και τη βελτίωση της εισπραξιμότητας φόρων και εισφορών- και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών προκειμένου να ευνοηθεί η άνοδος της καταγεγραμμένης απασχόλησης και η μείωση της ανεργίας. Παράλληλα, προσθέτει, οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας θα πρέπει να διατηρηθούν, ενώ το ύψος του κατώτατου μισθού θα πρέπει να συνδεθεί με τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.


Βασίλης Κορκίδης

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά Βασίλης Κορκίδης υπογραμμίζει: «Από τη πλευρά των μικρομεσαίων της αγοράς επιτρέψτε μου να διαφωνήσω με τις "μνημονιακές" συστάσεις του ΔΝΤ και τις προθέσεις των εταίρων μας για τη τετραετή "μεταμνημονιακή" περίοδο στην Ελλάδα, η οποία όπως φαίνεται θα αποδειχθεί εξίσου δύσκολη με τη οκταετή περίοδο των τριών μνημονίων».

Ο ίδιος σημειώνει ότι η Eurostat σε επίπεδο κατώτατου μισθού εμφανίζει την Ελλάδα στην δεύτερη ζώνη των χωρών της ΕΕ μαζί με τη Πορτογαλία (667 ευρώ), τη Μάλτα (748 ευρώ), τη Σλοβενία (843 ευρώ) και την Ισπανία (859 ευρώ) υπολογίζοντας τον κατώτατο μισθό στη χώρα μας στα 683,76 ευρώ, αφού διαιρεί το ετήσιο εισόδημα σε 12 μήνες και όχι τον μισθό των 586 ευρώ σε 14 μήνες, λόγω δώρων και επιδόματος αδείας. Πληροφοριακά, συνεχίζει ο πρόεδρος, ο "υψηλότερος" κατώτατος μισθός στην ΕΕ είναι σήμερα 1.999 ευρώ, όταν ο μέσος μισθός στην Ελλάδα το 2017 στον ιδιωτικό τομέα υπολογίζεται στα 929 ευρώ και στο Δημόσιο 1.050 ευρώ. Σύμφωνα μάλιστα με τα πρόσφατα στοιχεία του ΙΚΑ/ΕΦΚΑ οι μεταβολές στη μισθολογική πυραμίδα δεν είναι μόνο χειρότερες από το 2009, αλλά και από το 2014, αφού το διάστημα της τελευταίας τριετίας τριπλασιάστηκαν οι χαμηλόμισθοι.

Όπως υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κορκίδης, οι καλά αμειβόμενες δουλειές που χάνονται, αναπληρώνονται με θέσεις χαμηλών αποδοχών που κυμαίνονται από 600-800 ευρώ μεικτά. Οι ασφαλισμένοι που αμείβονται έως 600 ευρώ σήμερα είναι 673.000 που αντιστοιχεί στο 34% του συνόλου των 1.980.460 εργαζομένων στην Ελλάδα, όταν το 2014 ήταν 31% (530.000 εργαζόμενοι) και το 2009 μόλις 14% με 239.000 εργαζόμενους. Δυστυχώς, όπως αναφέρει ο ίδιος, η αύξηση αυτή καταγράφεται για όσους επιβιώνουν με μισθό κάτω από τα όρια της φτώχειας και μηνιαίες αποδοχές 300 ευρώ. Τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα κυμάνθηκε στα 884 από τα 1.054 ευρώ το 2008, καταγράφοντας πτώση κατά 16,1%, δηλαδή κατά 170 ευρώ. Αντίστοιχα στον δημόσιο τομέα, η μείωση είναι πιο μεγάλη φτάνοντας το 25,8%, με τον μέσο μισθό το 2016 να κυμάνθηκε στα 1.077 ευρώ, από 1.451 που ήταν το 2008.

«Αποτέλεσμα της βίαιης μείωσης των εισοδημάτων ήταν η μεσαία τάξη στη χώρα μας να έχει σήμερα συρρικνωθεί κάτω από το 20% του πληθυσμού μας, όταν το 2008 και φυσικά προ κρίσης, ξεπερνούσε το 52%» επισημαίνει ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, προσθέτοντας ότι «το ΔΝΤ και οι εταίροι φαίνεται να παραβλέπουν ότι το 36% των Ελλήνων ζει στα όρια της φτώχειας όταν ο μ.ο. στην Ευρωζώνη είναι 23%», και τονίζει. «Ξεχνούν πως παρά τις περίφημες εργασιακές μεταρρυθμίσεις η Ελλάδα είναι ουραγός στην απασχόληση με την ανεργία, στο 21% έναντι του μ.ο. 9% στην ευρωζώνη. Την ανεργία των νέων στο 44% έναντι 19% στην ευρωζώνη και τους μακροχρόνια ανέργους στο 71% έναντι του 48% στην ΕΕ, που φέτος έφτασε μάλιστα σε ιστορικά υψηλή απασχόληση, με ρεκόρ 238 εκατ. ατόμων και στο 71%, ενώ η απασχόληση στην Ελλάδα κυμαίνεται στο 58% του πληθυσμού της».

Το χάσμα της ΕΕ, σημειώνει ο ίδιος, ως προς την αύξηση των εισοδημάτων και τη βελτίωση της κοινωνικής κατάστασης των πολιτών συγκριτικά με την Ελλάδα -όπου η απώλεια εισοδήματος που έχει επέλθει είναι κατά μ.ο. -32%, δεν φαίνεται να συγκινεί κανένα.

Ο κ. Κορκίδης υπογραμμίζει ακόμη:

«Το αδιέξοδο αυτό στο οποίο βρίσκεται η τέως ελληνική μεσαία τάξη κατατάσσει τους Έλληνες μακράν ως τους πρώτους στην ευρωπαϊκή κλίμακα απαισιοδοξίας και όλα τα στοιχεία διαμορφώνουν ένα καταναλωτικό κλίμα σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Ερχόμαστε στη Made in Greece φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων που δείχνει ότι το 20% των φορολογουμένων στην Ελλάδα, το ποσοστό που ακόμα αποτελεί τη μεσαία τάξη, καλείται να πληρώσει το 80% των φόρων. Δεν γίνεται πλέον η μεσαία τάξη και οι μικρομεσαίοι να αντέξουμε όλο αυτό το βάρος των τριών φόρων των 15 δισ. ευρώ που είναι ως γνωστόν ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος νομικών προσώπων και ο ΕΝΦΙΑ. Από αυτά, 8 δισ. ευρώ πληρώνουν 1,7 εκατ. φυσικά πρόσωπα, 11.500 επιχειρήσεις τα 4 δισ. και τα υπόλοιπα 3 δισ. ευρώ οι ιδιοκτήτες ακινήτων. Αναλυτικότερα το 19% των φυσικών προσώπων πληρώνει το 90% του φόρου εισοδήματος, το 4,5% των επιχειρήσεων το 83% του φόρου νομικών προσώπων και το 33% των ιδιοκτητών ακινήτων το 66% του ΕΝΦΙΑ. Τέλος το 80% των ελληνικών επιχειρήσεων έχουν είτε ζημιές, είτε οριακά κέρδη.

Στη πραγματική οικονομία, όταν η προστιθέμενη αξία που παράγει ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας κατακρημνίσθηκε κατά 38% μεταξύ 2008 και 2017 έναντι αύξησης 19% στην ΕΕ και ο συνολικός τζίρος των εμπορικών επιχειρήσεων από τα 54 δισ. ευρώ έχει πέσει στα 35 δισ. ευρώ, τότε οι 52 Κυριακές του ΟΟΣΑ με ανοικτά μαγαζιά τους "μαράνανε"! Όταν τα ακίνητα έχουν απώλεια της εμπορικής αξίας τους -45% και ο μεγαλύτερος κληρονόμος είναι το ελληνικό δημόσιο, αφού το 2017 οι αποποιήσεις κληρονομιάς ξεπέρασαν τις 135.000, τότε χάνονται οι περιουσίες που η μεσαία τάξη δημιούργησε. Όταν τα νοικοκυριά ξόδεψαν 8,3 δισ. ευρώ από τις καταθέσεις τους για να αγοράσουν βασικά αγαθά διαβίωσης και για να πληρώσουν 9 δισ. φόρους παραπάνω από το ετήσιο εισόδημα τους, τότε τρώμε από τα έτοιμα.

Όταν δουλεύουμε 6,5 μήνες το χρόνο για να πληρώσουμε τη φορολογία μας, τότε το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αφενός η "μεταμνημονιακή" περίοδος δεν δίνει λύσεις στα διαχρονικά προβλήματα μας και αφετέρου ότι δεν συμφωνώ με τις περισσότερες "μνημονιακές" συστάσεις των εταίρων μας που δεν ανακουφίζουν τη δύσκολη καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας και της αγοράς. Όσο για τις δηλώσεις Μέρκελ ότι οι συνέπειες του προγράμματος δεν τελειώνουν τον άλλο μήνα, θα πρόσθετα ούτε και τα επόμενα τέσσερα χρόνια, αφού ακόμα και η στασιμότητα είναι απειλή για την ελληνική οικονομία. Πιστεύω ότι είναι πολύ πρόωρο να εφησυχάσει κανείς από εμάς, τους μικρομεσαίους της αγοράς και θα είναι τραγικό λάθος να συμπεράνουμε ότι τα δύσκολα πέρασαν, αφού η πραγματική οικονομία έχει μεν δείξει σημάδια βελτίωσης σε κάποιους κλάδους της αγοράς, αλλά σίγουρα είναι ακόμα πολύ ευάλωτη σε εσωτερικούς και εξωτερικούς, σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς κινδύνους».

 

zougla.gr

Share