Από την 1η Απριλίου 2026 περνά σε καθεστώς καθολικής εφαρμογής το νέο επίδομα ανεργίας, το ύψος του οποίου – υπό προϋποθέσεις – μπορεί να φτάσει έως τα 1.295 ευρώ, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης και το ύψος αποδοχών του δικαιούχου.
Μετά την ολοκλήρωση της πιλοτικής εφαρμογής, η οποία αφορά 15.000 δικαιούχους και διαρκεί ένα έτος, το νέο μοντέλο επιδότησης τίθεται σε πλήρη ισχύ. Οι υπηρεσίες της ΔΥΠΑ προβλέπουν ότι μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026 θα έχει συμπληρωθεί το ανώτατο όριο των 15.000 συμμετεχόντων που έχει τεθεί για την πιλοτική περίοδο. Το όριο αυτό έχει συμφωνηθεί μαζί με το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο χρηματοδοτεί το έργο με 100 εκατ. ευρώ, ως επαρκές δείγμα για την εξαγωγή ασφαλών και αξιόπιστων συμπερασμάτων.
Eκτιμήσεις του υπουργείου Εργασίας αναφέρουν ότι το νέο επίδομα ανεργίας μπορεί – υπό προϋποθέσεις – να φτάσει έως και τα 1.295 ευρώ τους πρώτους μήνες καταβολής, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης και το ύψος των αποδοχών του δικαιούχου. Το ποσό των 1.295 ευρώ αφορά ανέργους με μακρόχρονη εργασιακή εμπειρία και υψηλές αποδοχές κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.
Οπως άνεργος με 20 χρόνια ασφάλισης και υψηλό μισθό μπορεί – υπό προϋποθέσεις – να φτάσει το ανώτατο όριο των 1.295 ευρώ στην αρχή της ανεργίας. Πρόκειται όμως για ελάχιστες περιπτώσεις, που η κυβέρνηση προβάλλει ως «κανόνα», ενώ αποτελούν εξαίρεση. Οσοι είναι άνεργοι με 2-3 χρόνια ασφάλισης και χαμηλές αποδοχές θα λαμβάνουν το βασικό ποσό, το οποίο τους πρώτους μήνες μπορεί να φτάνει περίπου τα 450-500 ευρώ, με το επίδομα να μειώνεται αισθητά μετά το πρώτο τρίμηνο.
Ποιοι δικαιούχοι θα λάβουν το μέγιστο ποσό
Το ανώτατο όριο των 1.295 ευρώ αφορά συγκεκριμένη κατηγορία ανέργων με εξαιρετικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για εργαζόμενους που διαθέτουν τουλάχιστον 20 χρόνια ασφαλιστικού βίου και έλαβαν υψηλές μηνιαίες αποδοχές κατά την εργασιακή τους πορεία. Το ποσό αυτό καταβάλλεται κατά τους πρώτους μήνες της ανεργίας, όταν το επίδομα βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδό του.
Ωστόσο, οι περιπτώσεις που πληρούν αυτά τα κριτήρια είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Η πλειονότητα των ανέργων με 2 έως 3 χρόνια ασφάλισης και χαμηλότερες αποδοχές θα λαμβάνει το βασικό ποσό, που κυμαίνεται μεταξύ 450 και 500 ευρώ τους πρώτους μήνες. Μετά το πρώτο τρίμηνο, το επίδομα μειώνεται σημαντικά, ακολουθώντας τον εμπροσθοβαρή χαρακτήρα του νέου συστήματος.
Η μέγιστη διάρκεια επιδότησης μπορεί να φτάσει τους 24 μήνες, με τη συνολική περίοδο να εξαρτάται άμεσα από τον χρόνο προηγούμενης απασχόλησης. Κατά το πρώτο έτος ισχύει η αναλογία δύο μηνών εργασίας προς έναν μήνα επιδότησης. Για το δεύτερο έτος, η αναλογία γίνεται αυστηρότερη, με τρεις μήνες εργασίας να αντιστοιχούν σε έναν μήνα επιδότησης. Το νέο σύστημα όμως αποκλείει σημαντικό αριθμό ανέργων με διακεκομμένη εργασιακή ιστορία, οι οποίοι δυσκολεύονται να συγκεντρώσουν τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης.
Το σταθερό μέρος αποτελεί τη βάση και χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως. Υπολογίζεται ως ποσοστό του κατώτατου ημερομισθίου, ξεκινώντας από 70% κατά το πρώτο τρίμηνο. Το ποσοστό αυτό μειώνεται προοδευτικά, φτάνοντας μόλις στο 20% κατά το δεύτερο έτος επιδότησης.















