Σύμφωνα με την Επιτροπή Διερεύνησης, το εκτεταμένο μπλακάουτ επικοινωνιών δεν προκλήθηκε από κυβερνοεπίθεση ή εξωτερική παρεμβολή, αλλά από τη δυσλειτουργία παλαιάς τεχνολογίας συστημάτων που δεν υποστηρίζονται πλέον από τους κατασκευαστές τους και δεν διαθέτουν σύγχρονα εργαλεία ελέγχου και διάγνωσης βλαβών.
«Ψηφιακός θόρυβος» και ανεξέλεγκτοι πομποί
Το πρωί της 4ης Ιανουαρίου, λίγο πριν τις 9, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας άρχισαν να διαπιστώνουν έντονο και συνεχή θόρυβο στις συχνότητες επικοινωνίας με τα αεροσκάφη. Οι επικοινωνίες, τόσο με τα αεροπλάνα όσο και μεταξύ των κέντρων ελέγχου και των αεροδρομίων, έγιναν εξαιρετικά δύσκολες ή και αδύνατες. Ακόμη και οι εφεδρικές και οι συχνότητες έκτακτης ανάγκης επηρεάστηκαν, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη εικόνα γενικευμένης αστοχίας του συστήματος.
Όπως εξηγεί το πόρισμα, η αιτία του προβλήματος ήταν η εμφάνιση ενός είδους «ψηφιακού θορύβου». Με απλά λόγια, διαφορετικές συσκευές και γραμμές επικοινωνίας που πρέπει να λειτουργούν με απόλυτο συγχρονισμό έχασαν τον κοινό τους ρυθμό.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το ίδιο το πόρισμα αναγνωρίζει ότι η ακριβής γενεσιουργός αιτία του αποσυγχρονισμού των επικοινωνιών δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Ως αποτέλεσμα, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνδυασμού παραγόντων, που μπορεί να εκτείνονται από αστάθειες υλικού και προβλήματα χρονισμού έως θερμικές ή ηλεκτρικές επιδράσεις. Παράλληλα, το πόρισμα επισημαίνεται ότι τα συστήματα φωνητικών επικοινωνιών της ΥΠΑ, καθώς και οι υποκείμενες τηλεπικοινωνιακές υποδομές, βασίζονται σε τεχνολογίες SDH και αναλογικά κυκλώματα, οι οποίες έχουν τεθεί εκτός υποστήριξης από τους κατασκευαστές τους. Σύμφωνα με το πόρισμα, ο ΟΤΕ είχε ενημερώσει επισήμως την ΥΠΑ ήδη από το 2019 ότι οι συγκεκριμένες τεχνολογίες βρίσκονται σε καθεστώς «end of support» και ότι απαιτείται η μετάβαση σε σύγχρονες, ευρυζωνικές υποδομές βασισμένες σε IP. Ωστόσο, η αναβάθμιση αυτή καθυστέρησε, με συνέπεια κρίσιμες λειτουργίες της αεροναυτιλίας να εξακολουθούν να εξαρτώνται από συστήματα περιορισμένων δυνατοτήτων και αυξημένου επιχειρησιακού κινδύνου.
Τέλος, το πόρισμα ασκεί κριτική και στον συνολικό τρόπο διαχείρισης του συμβάντος. Καταγράφονται σοβαρές δυσλειτουργίες στον συντονισμό και στη συνεργασία μεταξύ ΥΠΑ και ΟΤΕ, οι οποίες, σε συνδυασμό με τους τεχνολογικούς περιορισμούς, καθυστέρησαν τόσο την κατανόηση του προβλήματος όσο και την επιλογή της κατάλληλης τεχνικής αντιμετώπισης. Παράλληλα, αναδεικνύεται η έλλειψη τυποποιημένων και δοκιμασμένων διαδικασιών διαχείρισης κρίσεων, στοιχείο που επιδείνωσε περαιτέρω την επιχειρησιακή εικόνα σε μια χρονική στιγμή όπου ο χρόνος και η ακρίβεια των αποφάσεων ήταν καθοριστικής σημασίας.
Zero rate για να μη συμβεί το χειρότερο
Για λόγους ασφάλειας πτήσεων, οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν στην αναστολή απογειώσεων και στην επιβολή μηδενικής χωρητικότητας στον ελληνικό εναέριο χώρο. Την ώρα εκείνη δεκάδες αεροσκάφη βρίσκονταν ήδη στον αέρα και εξυπηρετήθηκαν με ειδικές διαδικασίες έκτακτης ανάγκης.
Παρά τη σοβαρότητα του περιστατικού, δεν καταγράφηκε κανένα συμβάν που να θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια των πτήσεων, γεγονός που αποδίδεται στην έγκαιρη αντίδραση των ελεγκτών και των πληρωμάτων. Η Επιτροπή αποκλείει ρητά το ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης ή σκόπιμης παρεμβολής. Οι έλεγχοι έδειξαν ότι δεν υπήρξε μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα συστήματα, ούτε εκπομπή από εξωτερική πηγή. Αντίθετα, όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για τεχνική αστοχία υποδομής, η οποία ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο τα όρια και τις αδυναμίες των υφιστάμενων συστημάτων.
Ορισμός τεχνικού συμβούλου
Στον απόηχο του πορίσματος για το σοβαρό περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου 2026, το οποίο ανέδειξε κρίσιμες αδυναμίες στα συστήματα αεροναυτιλίας και σοβαρά ζητήματα διοικητικής λειτουργίας, εντάσσεται ο ορισμός τεχνικού συμβούλου από τη EUROCONTROL για την υποστήριξη του Σχεδίου Δράσης (Action Plan) του Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών.
Η σχετική συμφωνία επιτεύχθηκε κατά τη συνάντηση στις Βρυξέλλες του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών Χρίστου Δήμα με τον Γενικό Διευθυντή της EUROCONTROL Raúl Medina Caballero, με στόχο την επιτάχυνση της εφαρμογής των παρεμβάσεων που κρίνονται πλέον επιβεβλημένες μετά τα συμπεράσματα του πορίσματος. Σύμφωνα με το Υπουργείο, ο τεχνικός σύμβουλος θα συνδράμει τόσο στη θεσμική αναμόρφωση του τομέα όσο και στον εκσυγχρονισμό των συστημάτων αεροναυτιλίας, δύο άξονες που το πόρισμα ανέδειξε ως κρίσιμους για την αποκατάσταση της επιχειρησιακής ασφάλειας και της αξιοπιστίας του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.
Κόλαφος οι Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας για το πόρισμα
Ως πλήρη δικαίωση των διαχρονικών καταγγελιών τους χαρακτηρίζουν οι Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας το πόρισμα της επιτροπής διερεύνησης για το σοβαρό περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου 2026. Όπως επισημαίνει η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας, το πόρισμα επιβεβαιώνει ότι ο Έλεγχος Εναέριας Κυκλοφορίας στη χώρα λειτουργεί με απαρχαιωμένο εξοπλισμό, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας.
Σύμφωνα με τους Ελεγκτές, η παράθεση του ιστορικού των γεγονότων αποτυπώνει με σαφήνεια τις συνθήκες έντονης πίεσης υπό τις οποίες εργάστηκαν οι βάρδιες το πρωί του συμβάντος, καθώς και το διοικητικό αλαλούμ που επικράτησε. Όπως τονίζουν, η ίδια η έκθεση καταγράφει πολύωρη καθυστέρηση στη διάγνωση της αιτίας και έλλειψη ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ των στελεχών της Διοίκησης της Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν οι Ελεγκτές στην αναφορά του πορίσματος ότι δεν κατέστη δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της αιτίας του συμβάντος, το οποίο αποδίδεται σε «πληθώρα λόγων». Όπως σημειώνουν, η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι δεν υπάρχει δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας για το σύστημα φωνητικών επικοινωνιών, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια της καθημερινής λειτουργίας.
Οι Ελεγκτές υπογραμμίζουν ότι η ασφαλής έκβαση του περιστατικού δεν ήταν αποτέλεσμα διοικητικών χειρισμών, αλλά οφείλεται αποκλειστικά στον επαγγελματισμό των ίδιων και στην απόφαση για επιβολή zero rate, δηλαδή το κλείσιμο του εναέριου χώρου. Όπως αναφέρουν, το πόρισμα καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι η συγκεκριμένη απόφαση απέτρεψε μια ενδεχομένως πολύ σοβαρότερη εξέλιξη. Παράλληλα, εκφράζουν έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι, παρά τα συμπεράσματα του πορίσματος, η Διοίκηση επέλεξε την άμεση επαναφορά των χωρητικοτήτων στο 100%, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση ασφάλειας και χωρίς σταδιακή αύξηση. Όπως επισημαίνουν, κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με όσα προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί και καθιστά αδύνατη την ασφαλή εξυπηρέτηση της αυξημένης θερινής κίνησης.
Τέλος, οι Ελεγκτές επαναφέρουν το ζήτημα των καθυστερήσεων στην εγκατάσταση των νέων πομποδεκτών VHF, υποστηρίζοντας ότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες διοικητικές αστοχίες, ο εξοπλισμός θα είχε ήδη παραληφθεί και το περιστατικό ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί. Με βάση τα παραπάνω, ζητούν άμεση πολιτική παρέμβαση από το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, ώστε να μειωθούν οι χωρητικότητες και να διασφαλιστεί η ασφάλεια των πτήσεων.











