Την Μεγάλη Πέμπτη όπως συνηθίζεται, πολλοί Αχαγιώτες επισκέφτηκαν το νεκροταφείο για να φροντίσουν τους τάφους των κεκοιμημένων προσφιλών τους προσώπων.
Μεταξύ αυτών και ένας Αχαγιώτης ο οποίος πήγε στο οικογενειακό μνήμα τηρώντας το νεκρικό έθιμο.
Σε διπλανό μνήμα συγγενικού του προσώπου, είδε πλήθος στεφάνων και φρεσκοσκαμμένο το χώμα.
Ο άνθρωπος απόρησε γιατί αν είχε αποβιώσει κάποιος συγγενής του θεωρούσε βέβαιο ότι θα τόχε μάθει.
Πλησίασε λοιπόν, διάβασε τα αναγραφόμενα στα στεφάνια, και συνειδητοποίησε ότι όλα αποχαιρετούσαν μία άγνωστη γυναίκα, με επίθετο που παρέπεμπε σε οικογένεια από τον Τσιγγάνικο συνοικισμό.
Ειδοποίησε αμέσως τους συγγενείς του, οι οποίοι κατέφθασαν ασθμαίνοντες.
Όταν ξεπέρασαν την αρχική τους έκπληξη διαδραματίστηκαν σκηνές ιλαροτραγωδίας.
Αν και Μεγάλη Εβδομάδα και σε χώρο που απείχε κατά πολύ από το να χαρακτηριστεί ως κατάλληλος, δεν έμεινε τίποτα μα τίποτα αλιβάνιστο, χώρια που το λεξιλόγιο μας εμπλουτίστηκε με καινούργιες ακατάλληλες λέξεις.
Μια και δυο απευθύνθηκε στο τοπικό Αστυνομικό τμήμα, ενώ συγχρόνως ειδοποιήθηκε και ο εισαγγελέας υπηρεσίας.
Εν τω μεταξύ στο μνήμα γινόταν διαδήλωση στην κυριολεξία. Πλήθος κόσμου ανέμενε με αγωνία τις περαιτέρω εξελίξεις.
Τελικά εμφανίστηκαν 2 περιπολικά συνοδεύοντας τον Εισαγγελέα, κατέφθασε ο γιος της εκλειπούσης, ο υπεύθυνος του γραφείου τελετών, και ο εργάτης που άνοιξε το μνήμα.
Ζητώντας εξηγήσεις από αυτούς, οι ιδιοκτήτες του μνήματος άκουσαν όλα τα απίθανα: Εδώ μας είπε να σκάψουμε να λέει το γραφείο τελετών, εδώ μου είπαν να σκάψω να λέει ο εργάτης, κάντε ό,τι νομίζετε εγώ φεύγω! να λέει ο γιος της εκλειπούσης και να εγκαταλείπει το σημείο μια και μύριζε εκτός από θυμίαμα και μπαρούτι.
Τελικά παρουσία του Εισαγγελέως έγινε εκταφή της σορού της αποθανούσης και ταφή εκ νέου στο δικό της οικογενειακό τάφο.











