Γράφει ο Κωστής Κορνέτης
Σχεδόν εξήντα χρόνια μετά την 21η Απριλίου 1967, η συζήτηση για τη δικτατορία επιστρέφει με μια ένταση που λέει περισσότερα για το παρόν, παρά για το ίδιο το παρελθόν. Οχι επειδή ανακαλύπτουμε ξανά τη βία της –αυτή ουδέποτε έπαψε να αποτελεί τον αδιαπραγμάτευτο πυρήνα της εμπειρίας της επταετίας–, αλλά επειδή τίθεται το ζήτημα με ποιον τρόπο αφηγούμαστε σήμερα την πολυπλοκότητά της. Ηταν άραγε μια «ασπρόμαυρη» ή μήπως ήταν τελικά μια «πολύχρωμη» περίοδος; Το ερώτημα μοιάζει εκ πρώτης όψεως γόνιμο, στην πραγματικότητα, όμως, είναι παραπλανητικό. Γιατί δεν πρόκειται για δύο ανταγωνιστικές ερμηνείες, αλλά για δύο εξίσου ανεπαρκείς απλουστεύσεις.
O πολιτισμός δεν ανεστάλη
Η ιδέα ότι υπήρξε πολιτισμική ζωή επί χούντας δεν είναι ούτε νέα ούτε ανατρεπτική. Η ιστοριογραφία της τελευταίας τριακονταετίας έχει δείξει με κάθε τρόπο ότι ο πολιτισμός δεν αναστέλλεται μηχανικά μέσα σε ένα αυταρχικό καθεστώς. Μετασχηματίζεται, αναδιπλώνεται, υπαινίσσεται, συγκρούεται.
Από τη μουσική και τον κινηματογράφο έως τη λογοτεχνία, τις εκδόσεις, τη νεολαιίστικη κουλτούρα και την αισθητική της καθημερινότητας, η περίοδος 1970-73 έχει ήδη μελετηθεί ως πεδίο μετασχηματισμών και αντιφάσεων και όχι ως πολιτισμικό κενό. Η υποτιθέμενη ανακάλυψη ενός λησμονημένου «πολύχρωμου» τοπίου λέει λιγότερα για το πώς πραγματικά θυμόμαστε εκείνη την εποχή και περισσότερα για τη σύγχρονη ανάγκη κατασκευής δήθεν διορθωτικών αντιαφηγήσεων.
Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν υπήρχε ζωή, τραγούδι, έρωτας ή διασκέδαση επί δικτατορίας. Είναι πώς ρυθμίζονταν όλα αυτά μέσα σε ένα καθεστώς που δεν αρκούνταν να απαγορεύει, αλλά επιχειρούσε να ρυθμίσει τον ίδιο τον ορίζοντα του καθημερινού.
Οι δικτατορίες δεν επιβάλλονται μόνο με βασανιστήρια και λογοκρισία· κυβερνούν και με την οργάνωση του χρόνου, της επιθυμίας, της «κανονικότητας». Η χούντα επένδυσε εξίσου στον φοίνικα και στις γιορτές στο στάδιο όσο και στην τηλεόραση, στις ηλεκτρικές συσκευές, στο αυτοκίνητο, στην κατανάλωση με δόσεις, στις διακοπές – σε όλα εκείνα που ο Σαββόπουλος συμπύκνωσε με τη γνωστή του ακρίβεια: «Τηλεόραση φτηνή, ψυγεία, δόσεις, γιωταχί και οικοδομές».
Φωτογραφία από την τελετή για την αφή της ολυμπιακής φλόγας τον Δεκέμβριο του 1967 στην Ολυμπία. «Οι δικτατορίες δεν επιβάλλονται μόνο με βασανιστήρια και λογοκρισία. Η χούντα επένδυσε εξίσου στον φοίνικα και στις γιορτές στο στάδιο όσο και στην τηλεόραση, στο αυτοκίνητο, στην κατανάλωση με δόσεις…», επισημαίνει ο Κωστής Κορνέτης. [AP Photo]
Η ιστορία της καθημερινότητας είναι κρίσιμη ακριβώς επειδή μας επιτρέπει να δούμε πώς βιώνεται ο αυταρχισμός στις πιο μπανάλ εκδοχές του. Οχι για να εξωραϊστεί η δικτατορία, αλλά για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες ζουν μέσα σε περιορισμούς, χωρίς να παύουν να παράγουν νόημα.
Ακόμη και μέσα στο πιο αυταρχικό καθεστώς, η ζωή παραμένει ακατάστατη, αντιφατική και ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Στο ντοκιμαντέρ του Βασίλη Μάρου «Το μπουζούκι» (1973), για παράδειγμα, αυτό αποτυπώνεται με σχεδόν ιδανικό τρόπο: παλιοί ρεμπέτες σε φοιτητικά κουτούκια, λαϊκές φίρμες στα κέντρα της παραλιακής, ο Τσιτσάνης στο Χίλτον.
Τα ζεϊμπέκικα, το σπάσιμο πιάτων, τα βλέμματα και οι χειρονομίες συνθέτουν ένα πυκνό αρχείο κοινωνικότητας, χωρίς ποτέ να το μετατρέπουν σε μια εικόνα ανέφελης «κανονικότητας». Γιατί όλα αυτά εκτυλίσσονταν, ουσιαστικά, υπό επιτήρηση· και γιατί το αυταρχικό πλαίσιο, όχι μόνο δεν εξάλειψε την πολιτική διάσταση των πραγμάτων, αλλά, αντιθέτως, την επέβαλε σαν βρόχο στο κάθε τι.
Οι «κρυφές μαρτυρίες»
Εκεί ακριβώς έγκειται και η πολιτική αμφισημία της κουλτούρας. Το ίδιο τραγούδι μπορούσε να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικά ακροατήρια: για κάποιους μια υπαινικτική πολιτική νύξη, για άλλους απλώς διασκέδαση. Το ίδιο ισχύει και για το θέατρο ή το σινεμά, όπου μια κρίσιμη μάζα διάβαζε το πολιτικό ανάμεσα στις γραμμές, επικοινωνώντας με έναν σχεδόν «μαγικό τρόπο» με τους δημιουργούς, σύμφωνα με τη φράση του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Η θεωρία του ανθρωπολόγου James C. Scott για τις «κρυφές μαρτυρίες» είναι εδώ ιδιαίτερα χρήσιμη. Οι πολιτικές συνδηλώσεις δεν ήταν πάντοτε εγγενείς στα ίδια τα έργα· ενεργοποιούνταν μόνο για όσους διέθεταν τους αντίστοιχους ερμηνευτικούς κώδικες. Οχι επειδή κάθε υπαινιγμός συνιστά αντίσταση, αλλά επειδή το πολιτικό παράγεται μέσα από τα συμφραζόμενα, τις προσλήψεις, τις κοινότητες ερμηνείας.
Αυτό χάνεται όταν η πολιτισμική πυκνότητα της περιόδου αποσπάται από το πολιτικό της συγκείμενο, μέσα σε ερμηνείες όπου το τελευταίο λειτουργεί απλά ως σκηνικό φόντο. Διότι η έντονη δημιουργικότητα της εποχής δεν ξεπήδησε μέσα σε ιστορικό κενό. Αναπτύχθηκε σε περιβάλλον λογοκρισίας, παρακολούθησης, φόβου και ασφυκτικών ορίων, που προσπάθησε να ξεπεράσει επινοώντας νέους τρόπους έκφρασης.
Αλλά ακόμη και αργότερα η σχετική χαλάρωση των περιορισμών και η αδρεναλίνη της συνεχούς διαπραγμάτευσης με τα όρια του καθεστώτος τροφοδοτούσαν μάλλον μια υπαρξιακή αναζήτηση διεξόδου και στρατηγικών επιβίωσης, παρά μια ουσιαστική αίσθηση προσωπικής ή καλλιτεχνικής απελευθέρωσης.
Το διακύβευμα δεν είναι να αντικαταστήσουμε μια σκοτεινή εικόνα της επταετίας με μια φωτεινότερη. Είναι να αποφύγουμε και τις δύο ευκολίες: και την ηρωική απλούστευση και την επιδεικτική αναθεώρηση. Η χούντα ήταν ένα καθεστώς βίας, που παράλληλα επιχείρησε να οργανώσει την καθημερινή ζωή, να πειθαρχήσει την αισθητική, να παράγει την ψευδαίσθηση ευμάρειας και ομαλότητας.
Από την άλλη, η εμπρόθετη δράση των ανθρώπων που ένιωθαν, υπέφεραν, ερωτεύονταν, ονειρεύονταν και δημιουργούσαν, εκτυλίχτηκε μέσα σε αυτό το πλαίσιο, χωρίς αναγκαστικά να ταυτίζεται με αυτό. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε ιστορικά αυτή την περίοδο, οφείλουμε να εξετάσουμε και τα δύο ταυτόχρονα, ως αδιαίρετες πλευρές της ίδιας συνθήκης. Γιατί η επταετία, πέρα από τον εκ των υστέρων επιχρωματισμό της, ήταν μια περίοδος αυταρχικής εξουσίας που επιδίωξε να ντύσει την επιβολή της με παραλλαγές κανονικότητας.
*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.













