Η ορμονοθεραπεία παραμένει μία από τις βασικές επιλογές για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως οι εξάψεις και οι νυχτερινές εφιδρώσεις. Το ερώτημα, ωστόσο, αν επηρεάζει και τον κίνδυνο άνοιας εξακολουθεί να διχάζει την επιστημονική κοινότητα.
Νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Neurology, προσθέτει ένα ακόμη «λιθαράκι» στη συζήτηση. Όπως αναφέρει στο The Conversation η καθηγήτρια Βιολογικής Ψυχολογίας Eef Hogervorst, ένας αιματολογικός βιοδείκτης της νόσου Αλτσχάιμερ, η p-tau217, ενδέχεται να βοηθήσει στον εντοπισμό των γυναικών που είναι πιο ευάλωτες στη γνωστική έκπτωση, όταν λαμβάνουν συγκεκριμένα σχήματα ορμονοθεραπείας.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος από 2.766 γυναίκες που είχαν συμμετάσχει σε μεγάλη κλινική δοκιμή στις ΗΠΑ την περίοδο 1996-1999. Στη συνέχεια, οι συμμετέχουσες παρακολουθήθηκαν έως το 2021, προκειμένου να διερευνηθεί αν τα αρχικά επίπεδα της p-tau217 συνδέονταν με μελλοντική εμφάνιση ήπιας γνωστικής διαταραχής ή άνοιας.
Η p-tau217 θεωρείται ένας από τους πιο αξιόπιστους βιοδείκτες της νόσου Αλτσχάιμερ, καθώς αυξημένες συγκεντρώσεις της στο αίμα έχουν συνδεθεί με παθολογικές διεργασίες στον εγκέφαλο που σχετίζονται με την πάθηση. Στην ανάλυση, οι γυναίκες με υψηλότερα επίπεδα p-tau217 κατά την έναρξη της μελέτης, εμφάνιζαν τριπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια τα επόμενα χρόνια.
Γιατί έχει σημασία ο τύπος και ο χρόνος έναρξης της θεραπείας
Τα νέα δεδομένα ενισχύουν μια εικόνα που διαμορφώνεται εδώ και χρόνια: η σχέση ανάμεσα στην ορμονοθεραπεία και την άνοια δεν είναι απλή ούτε ίδια για όλες τις γυναίκες. Φαίνεται να εξαρτάται από τον χρόνο έναρξης της θεραπείας, το είδος του σχήματος που χορηγείται και το βιολογικό προφίλ κάθε ατόμου.
Η βάση των δεδομένων προήλθε από το πρόγραμμα «Women’s Health Initiative» και ειδικότερα από το σκέλος που είχε δείξει από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ότι η έναρξη συνδυασμένης ορμονοθεραπείας μετά τα 65 έτη συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο άνοιας.
Έκτοτε, νεότερες μελέτες ανέδειξαν μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Όταν η ορμονοθεραπεία ξεκινά κοντά στην εμμηνόπαυση, σε νεότερες γυναίκες, και χορηγείται για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δεν φαίνεται να συνδέεται με μετρήσιμη επιδείνωση της γνωστικής λειτουργίας. Η εικόνα διαφοροποιείται όταν η θεραπεία αρχίζει σε μεγαλύτερη ηλικία, ιδίως μετά τα 65.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτή η διαφοροποίηση μπορεί να σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη αλληλεπιδρούν με τους μηχανισμούς που εμπλέκονται στη νόσο Αλτσχάιμερ. Τα οιστρογόνα φαίνεται ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις ασκούν νευροπροστατευτική δράση. Η προσθήκη, όμως, της προγεστερόνης ενδέχεται να μεταβάλλει αυτή την επίδραση, ιδίως σε εγκεφάλους που εμφανίζουν βιολογικά σημάδια αυξημένης ευπάθειας.
Συμπέρασμα
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η ορμονοθεραπεία «προκαλεί» από μόνη της άνοια. Υποδηλώνει ότι ένας βιοδείκτης -όπως η p-tau217 -μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο καλύτερης αναγνώρισης των γυναικών που ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, ιδίως όταν η θεραπεία ξεκινά σε προχωρημένη ηλικία και αφορά συνδυασμένα ορμονικά σχήματα.
Το βασικό μήνυμα, πάντως, παραμένει καθησυχαστικό για τη μεγάλη πλειονότητα των γυναικών που λαμβάνουν ορμονοθεραπεία γύρω από την εμμηνόπαυση, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματά της, και για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Στις περιπτώσεις αυτές, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν αύξηση του κινδύνου άνοιας.
ygeiamou.gr













