Φόβους για παρατεταμένη κρίση, που θα οδηγήσει σε νέες τεράστιες αυξήσεις τιμών για αρκετούς μήνες, εκφράζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, ενώ ηχηρά καμπανάκια ηχούν και ο ένας διεθνής οργανισμός μετά τον άλλον, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και ο ΟΟΣΑ.
Αναλυτές εκτιμούν πως ακόμα και αν σταματούσε σήμερα η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, για να επανέλθει η ισορροπία στον ενεργειακό τομέα θα απαιτούνταν περισσότερο από δύο μήνες, κάτι που σημαίνει πως θα συνεχιστούν οι ανατιμήσεις για τις επόμενες τουλάχιστον 60 ημέρες. Αυτό μάλιστα αποτελεί το πλέον αισιόδοξο σενάριο, καθώς κανείς δεν είναι σε θέση να απαντήσει για το μέλλον του πολέμου, αλλά και τον τρόπο που θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν οι πολεμικές συγκρούσεις.
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται η εξέλιξη γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους πιο κρίσιμους διαύλους για τη διακίνηση πετρελαίου παγκοσμίως. Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή περιορισμός στη διέλευση των δεξαμενόπλοιων επιτείνει την αβεβαιότητα και διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Και όσο η τιμή του πετρελαίου παραμένει «κολλημένη» πάνω από τα 100 δολάρια τόσο αυξάνονται οι πιέσεις σε οικονομίες όπως η ελληνική που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια.
Συναγερμός
Το πρόβλημα για τον ελληνικό Προϋπολογισμό είναι ότι έχει καταρτιστεί με εντελώς διαφορετικές παραδοχές. Συγκεκριμένα, η μέση τιμή του Brent για το 2026 έχει εκτιμηθεί στα 62,4 δολάρια το βαρέλι. Η απόκλιση από τα σημερινά επίπεδα είναι τεράστια και, εάν διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές δημοσιονομικές ανατροπές. Στην πράξη αυτό σημαίνει αυξημένο κόστος για επιδοτήσεις, μεγαλύτερη επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ανάγκη για νέα μέτρα στήριξης.
Ηδη, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρώτο πακέτο παρεμβάσεων, ύψους 300 εκατ. ευρώ, επιχειρώντας να περιορίσει τις άμεσες επιπτώσεις. Ωστόσο, το δημοσιονομικό περιθώριο είναι περιορισμένο. Για να εξισορροπηθεί το κόστος των μέτρων επελέγη η αύξηση της φορολογίας στα κέρδη από διαδικτυακά παιχνίδια τύπου καζίνο, με στόχο την άντληση περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για μια κίνηση που αποσκοπεί κυρίως στην αποφυγή ενεργοποίησης των ευρωπαϊκών κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Οι κανόνες αυτοί, που επιβάλλονται από την Κομισιόν, προβλέπουν συγκεκριμένα όρια στις δημόσιες δαπάνες, με στόχο τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους. Σε περίπτωση υπέρβασης ενεργοποιείται ένας μηχανισμός «κόφτη», που ουσιαστικά περιορίζει τις δυνατότητες της κυβέρνησης να δαπανά. Αυτό σημαίνει ότι κάθε επιπλέον μέτρο στήριξης θα πρέπει είτε να χρηματοδοτείται από νέα έσοδα είτε να εξαιρείται από τους υπολογισμούς των δαπανών, κάτι που απαιτεί πολιτική συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Πάνε… περίπατο οι εξαγγελίες Μητσοτάκη στη ΔΕΘ
Τα συγκεκριμένα μέτρα αφορούν τον Προϋπολογισμό του 2026, όπως διευκρίνισε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών, κατά τη διάρκεια εξειδίκευσης των έκτακτων μέτρων, σε μια προσπάθειά της να αναφέρει πως δεν επηρεάζουν τον δημοσιονομικό χώρο του 2027, δηλαδή τις προεκλογικές εξαγγελίες του πρωθυπουργού στην ερχόμενη ΔΕΘ. Σε περίπτωση, όμως, που απαιτηθεί η λήψη επιπλέον μέτρων στήριξης, θα αρχίζει να «ροκανίζεται» ο δημοσιονομικός χώρος του επόμενου έτους, περιορίζοντας σημαντικά τις νέες εξαγγελίες. Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο θα είναι μια κεντρική απόφαση από τις Βρυξέλλες, ώστε να μη μετρήσουν στις οροφές δαπανών τα έκτακτα μέρα για τη στήριξη από τις επιπτώσεις της κρίσης.
Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα θα πετύχει τον στόχο της για πρωτογενές πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ και δημοσιονομικό έλλειμμα 0,5% του ΑΕΠ. Θετική θα είναι η κρίση και για την πορεία του χρέους. Ο υψηλότερος πληθωρισμός θα αυξήσει το ονομαστικό ΑΕΠ και θα μειώσει τον λόγο του χρέους ως προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.
Καθίζηση της κατανάλωσης
Ωστόσο κάτι τέτοιο, σύμφωνα με οικονομολόγους, θα ισχύει μόνο στην περίπτωση βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Παρά το γεγονός πως ο υψηλός πληθωρισμός αυξάνει τα έσοδα από έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ, γιατί οι τιμές των προϊόντων ανεβαίνουν, ο μεγάλος κίνδυνος για την ελληνική οικονομία δεν είναι άλλος από την καθίζηση της κατανάλωσης. Ηδη, τα έσοδα από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (ΕΦΚ) κατά το πρώτο δίμηνο του έτους παρουσιάζονται μειωμένα έναντι των στόχων, καθώς οι πολίτες άρχισαν να περιορίζουν τις μετακινήσεις τους προτού καν ξεσπάσει ο πόλεμος και αρχίσει το ράλι ανόδου των τιμών στη βενζίνη.
Το 2022 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, με τα έσοδα από έμμεσους φόρους να αυξάνονται κατά 10,7%, δηλαδή κατά 3,04 δισ. ευρώ, λόγω της ενεργειακής κρίσης. Ενα αντίστοιχο φαινόμενο θα μπορούσε να επαναληφθεί, λειτουργώντας σαν μαξιλάρι για τον Προϋπολογισμό.
Ωστόσο, η υπερβολική αύξηση των τιμών ενδέχεται να πλήξει την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Αν τα νοικοκυριά περιορίσουν περαιτέρω τις δαπάνες τους λόγω ακρίβειας, τότε τα φορολογικά έσοδα θα δεχθούν πίεση, εξουδετερώνοντας τα οφέλη του πληθωρισμού, αναγκάζοντας το οικονομικό επιτελείο να γράψει από την αρχή τους δημοσιονομικούς στόχους.
Η έντονη αβεβαιότητα και ανησυχία καταγράφεται στην ελληνική αγορά λιανικής και ειδικότερα στα σούπερ μάρκετ, καθώς οι καταναλωτές προσαρμόζουν άμεσα τη συμπεριφορά τους υπό το βάρος των εξελίξεων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Τα στοιχεία πρόσφατης έρευνας της NielsenIQ για το διάστημα 9 έως 12 Μαρτίου αποτυπώνουν το κλίμα έντονης νευρικότητας που επικρατεί.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 57% των καταναλωτών δηλώνει ότι αισθάνεται ανήσυχο, ενώ το 27% βιώνει έντονο στρες σε σχέση με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Μόλις το 3% εμφανίζεται αδιάφορο, στοιχείο που υπογραμμίζει την καθολικότητα της ανησυχίας στην αγορά.
Η επίδραση στην καταναλωτική συμπεριφορά είναι άμεση, καθώς το 72% των πολιτών έχει ήδη προσαρμόσει τις συνήθειές του. Συγκεκριμένα, το 35% περιορίζει τις δαπάνες του, το 25% μειώνει τις εξόδους, ενώ το 10% στρέφεται σε αποθεματοποίηση βασικών αγαθών. Οι βασικότεροι λόγοι ανησυχίας σχετίζονται με τις ανατιμήσεις (22%), τις πιθανές ελλείψεις προϊόντων (19%), τη γεωπολιτική κλιμάκωση (16%) και την αύξηση των τιμών καυσίμων (14%).
Την ίδια στιγμή, καταγράφεται σαφής μετατόπιση των προτεραιοτήτων των καταναλωτών σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Τον Φεβρουάριο, οι βασικές ανησυχίες επικεντρώνονταν στο αυξημένο κόστος τροφίμων (45%), στους λογαριασμούς ενέργειας (21%) και στην κάλυψη βασικών αναγκών (17%). Πλέον, το ενδιαφέρον στρέφεται περισσότερο στη διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας και στη γενικότερη αστάθεια της αγοράς.
Στελέχη της NielsenIQ επισημαίνουν ότι η καταναλωτική συμπεριφορά εξελίσσεται μέσα από τέσσερα διακριτά στάδια: σοκ, συνειδητοποίηση, προσαρμογή και επανεκκίνηση. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, η αγορά βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο αρχικό στάδιο του σοκ, με άμεσες και έντονες αντιδράσεις από τους καταναλωτές.
Η πίεση στα νοικοκυριά παραμένει ισχυρή. Το 57% δηλώνει ότι το εισόδημά του επαρκεί μόνο για την κάλυψη βασικών αναγκών, ενώ μόλις το 13% διαπιστώνει βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, οι καταναλωτές υιοθετούν πιο συγκρατημένες πρακτικές: το 68% παρακολουθεί στενά τις τιμές, το 76% αναζητά προσφορές και σχεδόν 8 στους 10 επιλέγουν προϊόντα στη χαμηλότερη δυνατή τιμή.
Παράλληλα, το 50% των καταναλωτών λειτουργεί με αυστηρό προϋπολογισμό για τα βασικά αγαθά, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη πίεση που ασκούν οι αυξήσεις τιμών στα εισοδήματα.
Σε επίπεδο αγοράς, οι πωλήσεις ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων εμφανίζονται σχεδόν σταθερές ως προς τον όγκο, ωστόσο η μέση τιμή έχει αυξηθεί κατά 30%. Η συνολική αξία της αγοράς ενισχύεται κυρίως λόγω των ανατιμήσεων, με την επίδραση της κρίσης, των πανδημιών και του πληθωρισμού να παραμένει καθοριστική.
Το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον φαίνεται να επιταχύνει ήδη διαμορφωμένες τάσεις, με τους καταναλωτές να γίνονται ολοένα και πιο προσεκτικοί, να αναζητούν ευκαιρίες και να διαχειρίζονται με αυστηρότητα τα οικονομικά τους.
πηγή – Εφ. Δημοκρατία












