*Γράφει ο κ. Εμμανουήλ Πέτρου, Ιατρός – Καρδιολόγος, Επικεφαλής Medical Affairs, Lavipharm Hellas Α.Ε.

Υπάρχει μία παράδοξη αλήθεια στην ιατρική: Η καλύτερη θεραπεία είναι αυτή που δεν χρειάστηκε ποτέ. Δεν υπάρχει δραματική στιγμή, δεν υπάρχει αποτέλεσμα που να μπορείς να δείξεις σε κάποιον. Υπάρχει μια λοίμωξη που απλώς δεν συνέβη. Τα αντισηπτικά ζουν σε αυτή τη σιωπηλή ζώνη της πρόληψης. Και ακριβώς για αυτό το λόγο τα θεωρούμε δεδομένα.
Ήταν 1865 όταν ο Βρετανός χειρουργός Joseph Lister εφάρμοσε για πρώτη φορά αντισηπτικές πρακτικές στο χειρουργείο. Πριν από αυτόν, σχεδόν ένας στους δύο ασθενείς που υποβάλλονταν σε σοβαρή επέμβαση πέθαινε μετεγχειρητικά από λοίμωξη, και όχι από την πάθηση για την οποία χειρουργήθηκε. Τα νοσοκομεία της εποχής ήταν συχνά πιο επικίνδυνα από την ίδια την αρρώστια. Ο Lister δεν αρκέστηκε στη διαπίστωση ότι η καθαριότητα έχει σημασία. Εμπνευσμένος από τις πρώτες επιστημονικές αποδείξεις ότι οι λοιμώξεις προκαλούνται από παθογόνους μικροοργανισμούς (βακτήρια, ιοί, μύκητες και παράσιτα), έκανε το επόμενο αποφασιστικό βήμα: Χρησιμοποίησε καρβολικό οξύ – φαινόλη – για να αποστειρώνει χειρουργικά εργαλεία, τραύματα και το ίδιο το περιβάλλον του χειρουργείου. Ήταν η πρώτη φορά που ένας χημικός παράγοντας χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για να καταστρέψει τους μικροοργανισμούς στον ζώντα ιστό. Μια επανάσταση που συνδύαζε δύο αρχές, οι οποίες ισχύουν μέχρι σήμερα: Τη μηχανική αφαίρεση των μικροοργανισμών με νερό και σαπούνι, και τη χημική καταστροφή τους με έναν στοχευμένο αντισηπτικό παράγοντα.
Εκατόν εξήντα χρόνια αργότερα, αυτή η λογική παραμένει εξίσου επίκαιρη. Το 2020 ο κόσμος ανακάλυψε εκ νέου τα αντισηπτικά. Τα ράφια των φαρμακείων άδειαζαν. Το πλύσιμο χεριών έγινε πρωτοσέλιδο. Για λίγο, όλοι θυμηθήκαμε κάτι που οι επαγγελματίες υγείας γνωρίζαμε πάντα: Η πρόληψη της λοίμωξης αρχίζει από το πιο απλό βήμα. Η πανδημία πέρασε, αλλά η πρόκληση δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, μια ακόμα μεγαλύτερη απειλή βρίσκεται ήδη εδώ, απλώς δεν κάνει τον θόρυβο που της αναλογεί.
Η αντιμικροβιακή αντοχή είναι η ικανότητα των μικροοργανισμών να επιβιώνουν ή να αναπτύσσονται παρά την έκθεσή τους σε αντιμικροβιακές ουσίες, καθιστώντας τις θεραπείες αναποτελεσματικές. Φαινόμενο γνωστό εδώ και δεκαετίες, αλλά επιταχυνόμενο ανησυχητικά. Σύμφωνα με διεθνή επιστημονικά δεδομένα, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν παγκοσμίως το 2019 εξαιτίας λοιμώξεων από ανθεκτικά βακτήρια, αριθμός που ξεπερνά τους θανάτους από AIDS και ελονοσία μαζί για το ίδιο έτος. Εάν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα, οι εκτιμήσεις για τις επόμενες δεκαετίες δεν είναι καλές. Σε αυτό το πλαίσιο, τα αντισηπτικά αποκτούν μια νέα, κρίσιμη διάσταση. Κάθε λοίμωξη που προλαμβάνεται είναι ένας ασθενής που ενδεχομένως δεν θα χρειαστεί αντιβιοτικό. Και κάθε αντιβιοτικό που δεν θα χορηγηθεί «άσκοπα», είναι ένα βήμα πίσω για την αντοχή. Τα αντισηπτικά δεν αντικαθιστούν τα αντιβιοτικά, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απάντησής μας στη μεγαλύτερη μικροβιολογική πρόκληση της εποχής μας.
Στην καθημερινή ζωή χρησιμοποιούμε τον όρο «αντισηπτικό» σαν να πρόκειται για ένα και μοναδικό πράγμα. Δεν είναι. Τα αντισηπτικά είναι ουσίες που εφαρμόζονται σε ζώντες ιστούς – στο δέρμα, σε τραύματα, σε βλεννογόνους – για να μειώσουν ή να εξαλείψουν μικροοργανισμούς, ενώ διαφέρουν από τα απολυμαντικά που χρησιμοποιούνται σε επιφάνειες και αντικείμενα.
Υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες αντισηπτικών με διαφορετικές ιδιότητες: Τα σκευάσματα με αιθανόλη για την αντισηψία χεριών, η χλωρεξιδίνη με την παρατεταμένη κλινική δράση της, η οκτενιδίνη που έχει κερδίσει έδαφος στη φροντίδα τραυμάτων, η ιωδιούχος ποβιδόνη με το ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα, όλα χρήσιμα σε διαφορετικά κλινικά σενάρια. Αυτό σημαίνει ότι το «σωστό αντισηπτικό» δεν είναι πάντα το πρώτο που βρίσκουμε στο ντουλάπι. Η επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος για κάθε περίπτωση έχει κλινική σημασία.
Η έρευνα στον τομέα συνεχίζει να εξελίσσεται. Νέες χημικές και φαρμακοτεχνικές μορφές στοχεύουν σε καλύτερη αποτελεσματικότητα, ευκολότερη εφαρμογή και μεγαλύτερη ανεκτικότητα – ιδίως για ευπαθείς ομάδες, όπως νεογνά, ηλικιωμένοι ή ασθενείς με χρόνια τραύματα. Φαρμακευτικές εταιρείες με μακρά παρουσία στον τομέα της αντισηψίας διαδραματίζουν ρόλο στη διαθεσιμότητα καθιερωμένων σκευασμάτων, διασφαλίζοντας ότι τα εργαλεία που χρειάζονται οι επαγγελματίες υγείας, οι ασθενείς και ο γενικός πληθυσμός είναι εκεί όταν τα χρειαστούν.
Υπάρχει κάτι που δυσκολευόμαστε να εκτιμήσουμε στη λογική της πρόληψης, και αυτό είναι ότι δεν βλέπουμε ποτέ αυτό που αποτράπηκε. Δεν γνωρίζουμε ποιες λοιμώξεις δεν εμφανίστηκαν, ποια νοσηλεία δεν πραγματοποιήθηκε, ποια αντιβιοτική αγωγή δεν χρειάστηκε να χορηγηθεί. Η επιτυχία της πρόληψης είναι εξ ορισμού αθόρυβη, αλλά αυτό δεν την κάνει λιγότερο πραγματική. Τα αντισηπτικά ίσως δεν γίνουν ποτέ η καινοτομία που γεμίζει συνέδρια και πρωτοσέλιδα. Παραμένουν όμως ένα από τα πιο αξιόπιστα εργαλεία που διαθέτουμε, από το χειρουργείο μέχρι το σπίτι, από τον επαγγελματία υγείας μέχρι τον γονιό που καθαρίζει μια πληγή του παιδιού του.
Μερικές φορές, η πιο σημαντική ιατρική πράξη είναι αυτή που ποτέ δεν χρειάστηκε να γίνει.
ygeiamou.gr













