Σε τροχιά νέων ανατιμήσεων εισέρχεται το ελληνικό λιανεμπόριο, καθώς οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις και η εκτόξευση του κόστους ενέργειας διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για την εφοδιαστική αλυσίδα. Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, με την προσωρινή εκεχειρία να έχει συμβάλει σε μια προσωρινή ύφεση, οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία συνεχίζουν να εντείνονται και μεταφέρονται πλέον με ταχύτητα στα ράφια.
Η αρχική προσπάθεια συγκράτησης των τιμών, ενόψει και περιόδων αυξημένης κατανάλωσης, φαίνεται να εξαντλείται. Το διαρκώς αυξανόμενο κόστος λειτουργίας καθιστά ολοένα και πιο δύσκολη τη διατήρηση σταθερών τιμών, οδηγώντας αναπόφευκτα σε μετακύλιση των επιβαρύνσεων προς τον τελικό καταναλωτή. Οι επικείμενες ανατιμήσεις θεωρούνται πλέον δεδομένες σε μια σειρά βασικών κατηγοριών προϊόντων, με τον αντίκτυπο να εκτείνεται από τα τρόφιμα έως τα είδη καθημερινής χρήσης.
Παράλληλα, το λιανεμπόριο καλείται να λειτουργήσει με εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια, σε ένα περιβάλλον όπου η αβεβαιότητα δεν επιτρέπει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η έλλειψη ορατότητας ως προς τη διάρκεια της κρίσης καθιστά αδύνατη την επιλογή στρατηγικών καθυστέρησης των αυξήσεων, καθώς οποιαδήποτε απορρόφηση κόστους έχει προσωρινό χαρακτήρα.
- Τα φρέσκα τρόφιμα, από προϊόντα που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι φθηνά και άφθονα, σε μια χώρα με αγροτική παραγωγή όπως η Ελλάδα, κοντεύουν να γίνουν είδη πολυτελείας. Μην ξεχνάμε ότι ως και το 2024 το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών στα αγροδιατροφικά προϊόντα ήταν θετικό, με εμπορικό πλεόνασμα, απόδειξη ότι τουλάχιστον σε ορισμένα αγαθά είχαμε όχι μόνο επάρκεια αλλά και περίσσευμα.
Το 2025 το εμπορικό ισοζύγιο σε τρόφιμα και ζώα ζωντανά πέρασε σε αρνητικό έδαφος, με τις εισαγωγές να υπερβαίνουν σε αξία τις εξαγωγές κατά περίπου 1 δισεκ. ευρώ. Οι εξαγωγές σε λάδι μειώνουν το συνολικό εμπορικό έλλειμμα στα αγροδιατροφικά προϊόντα, χωρίς όμως να είναι επαρκείς για να γυρίσουν το ισοζύγιο σε πλεονασματικό.

Ο Δείκτης Εισροών, ο οποίος αποτυπώνει τα κόστη της αγρο-κτηνοτροφικής παραγωγής, αυξήθηκε για πέμπτο συνεχόμενο μήνα, με ετήσιο ρυθμό 1,1%. Οι αυξήσεις θα είναι πιθανόν σημαντικά υψηλότερες τον Μάρτιο, εξαιτίας και των ανατιμήσεων σε καύσιμα και λιπάσματα.
Όταν τα τρόφιμα… «ταΐζουν» τον πληθωρισμό
Οι ανατιμήσεις στα μη επεξεργασμένα είδη διατροφής είναι από τους βασικούς παράγοντες που «ταΐζουν» τον πληθωρισμό στη χώρα μας, μαζί με τις υπηρεσίες. Το παραπάνω γεγονός επισημαίνει και η νέα έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας.
Μελετώντας τις βασικές συνιστώσες του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, διαπιστώνει ότι την τελευταία περίοδο, από τα μέσα του 2024 και μετά, η συχνότητα αυξήσεων των τιμών στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα παρουσιάζει συνεχή ανοδική τάση. Αντιθέτως η συχνότητα μειώσεων των τιμών παραμένει σταθερή. Με άλλα λόγια, οι τιμές σε φρέσκα προϊόντα διατροφής, όχι μόνο έχουν συχνές μεταβολές κάτι που δικαιολογείται λόγω εποχικότητας, αλλά βαίνουν διαρκώς αυξανόμενες, ωθώντας προς τα πάνω τα επίπεδα του γενικού πληθωρισμού.

Μια διαφορετική τάση παρατηρείται στα επεξεργασμένα τρόφιμα και στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά. Οι τιμές τους αλλάζουν πιο συχνά, τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω, ασκώντας ουδέτερη επίδραση στον πληθωρισμό. Η έκθεση της ΤτΕ παραδέχεται ότι πρόκειται για «ένα πολύ ασυνήθιστο γεγονός», καθώς οι οικονομικές διαταραχές τείνουν να ωθούν τις τιμές είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω, και όχι προς τις δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα.
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι οι επιχειρήσεις επιλέγουν να μειώσουν τις τιμές σε ορισμένα συμφωνημένα προϊόντα – συμμορφούμενες στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Την ίδια στιγμή όμως αυξάνουν τις τιμές σε άλλα προϊόντα, για να διατηρήσουν τα συνολικά προϊόντα κέρδους. Η παρατήρηση αυτή απαντά εν μέρει στο ερώτημα «γιατί οι τιμές αυξάνονται, παρά το πλαφόν;».
- Στο μεταξύ, στο 3,9% αυξήθηκε ο ετήσιος πληθωρισμός τον Μάρτιο του 2026, από 2,4% που ήταν ένα χρόνο πριν, με τις τιμές στο κρέας να σημειώνουν άνοδο έως και 20%.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι -σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ– η τιμή στο μοσχάρι αυξήθηκε κατά 20%, στο αρνί-κατσίκι κατά 14,1% και στα λαχανικά κατά 8,9%. Την ίδια στιγμή, η τιμή του καφέ αυξήθηκε κατά 11,3%, ενώ τα ενοίκια είναι υψηλότερα κατά 7,6% και το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 24,6%.
Σε μηναία βάση, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Μάρτιο του 2026 σε 2,6% από 1,4% που ήταν τον Μάρτιο του 2025.
















